Το γατί & το παιδί: η αρχή
Ο γάτος μας, ο Παίχτης, ήταν ο πρώτος που είχε αντιληφθεί την εγκυμοσύνη μου στον Μικρό κύριο πριν καν το καταλάβω η ίδια.
Εκεί που με ζουλούσε από τα νύχια μέχρι την κορυφή, προσπαθώντας να βολευτεί κάπου είτε για να γουργουρίσει είτε για να χαζέψει τις γατούλες του γείτονα από το παράθυρο (στειρωμένος 4 χρόνια αλλά κλάιν), ξαφνικά άρχισε να με αποφεύγει. Κι όταν εγώ τον τραβολογούσα να τον πάρω αγκαλίτσα, ήταν πάρα πολύ προσεκτικός να μην πατήσει στην κοιλιά μου.
Αργότερα, όταν η κοιλιά μεγάλωσε, ο Παίχτης αρέσκονταν να κοιμάται στον λαιμό μου. Με έπνιγε; Ναι. Είναι και 6 κιλά πορτοκαλί μπάλα. Τον ένοιαζε; Εννοείται πως όχι, αρκεί να μην άγγιζε το κοιλουμπίνι. Κάποια στιγμή, κάνει το λάθος και ακουμπάει την πατούσα του δειλά δειλά και με κοιτάζει.
Δεν προλαβαίνω να πω κάτι και τρώει ένα κλωτσίδι από το έμβρυο – μικρό κύριο, που πετάχτηκε 2 μέτρα ψηλά απ’ την τρομάρα του κι εξαφανίστηκε σε χρόνο ντε – τε! Τον έψαχνα, είχε στριμωχτεί για κάνα τρίωρο κάτω από το κρεβάτι μας, με τα μάτια γουρλωμένα, τύπου:
«Μητέρα;;!! Τι έχεις κάνει στον εαυτό σου; Τι κουβαλάς εκεί μέσαααα;;;!!!! Μην είναι οι
αμαρτίες μου; Μην είναι η καταδίκη μου; Με τιμωρείς που σας έφαγα προχτές τα
μπιφτέκια απ’ την κουζίνα;! Οκ, ήταν πολύ νόστιμα, γεια στα χέρια σου, θα μπορούσες
να βάλεις και μια φέτα κασέρι από πάνω βέβαια..»
Είχα υποψιαστεί από τότε ότι η σχέση τους θα είναι μια σχέση μίσους και πάθους… Και πράγματι, έτσι είναι. Στην αρχή, τον παρατηρούσε από απόσταση. Με κυάλια. Προσπαθούσε να καταλάβει αν το μωρό ήταν κάτι προσωρινό ή αν κι αυτό κατσικώθηκε μαζί με εμάς στο τίμιο σπίτι ΤΟΥ. Εντάξει εμάς μας είχε μάθει, μας ανεχόταν, αλλά να του φέρνουμε και κόσμο, του ήρθε βαρύ. Πέρασε μια περίοδο καταθλιψάρας κι αγανάκτησης, αφού είχε έρθει δεύτερος και δεν τον κανακεύαμε όπως παλιά. Μας κοιτούσε τραγουδώντας «δεν έχω τόπο, δεν έχω ελπίδαααα,
δεν θα με κλάψει καμιά πατρίδααα» και αναρωτιόταν για πόσο ακόμα θα μπορούσε να αντέξει αυτή την κατάσταση. (*Disclaimer: ποτέ δεν έδειξε ίχνος επιθετικότητας προς το μωρό.)
Όλα άλλαξαν, όταν ο Μικρός κύριος άρχισε να τον προσέχει.
«Ωπ, τι είναι αυτό;», θα σκέφτηκε. Τα υπόλοιπα είναι μια μεγάλη κι ατέλειωτη ιστορία απ’ όταν άρχισε να τον κυνηγάει για να του ξεπατώσει την ουρά… Τελευταία όμως , η σχέση τους είναι καλύτερη. Αφενός, έχουν αμφότεροι αποδεχτεί ο ένας τον άλλο, μόνιμοι κάτοικοι και οι δύο, αφετέρου δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.
Για παράδειγμα: Μπήκαμε προχτές σπίτι με τον μικρό, ο γάτος τρίφτηκε στα πόδια του και
ο μικρός του χάιδεψε την πλάτη, φωνάζοντας «Πέπε!» (τον ξαναβάφτισε). Χάρηκα εγώ! Λέω, καλά πάμε! Στη συνέχεια, βούτηξε ο μικρός το καλαμάκι απ’ τον καφέ του μπαμπά του και το κουνούσε πέρα δώθε μπροστά στη γατο-μουσούδα. Κάθισαν και τα δυο κάτω στο χαλί, ο γάτος χτυπούσε απαλά με την πατούσα του το καλαμάκι κι έκανε τούμπες κι ο μικρός ξεφώνιζε από χαρά. Ύστερα από δέκα λεπτά, συζητούσαν (σε ποια διάλεκτο και ποια γλώσσα;!), άκουγα κάτι «μιάου
γκουρ κουρ» και μερικά «μπέτι μπούντι μπου» και ξαφνικά ο Μικρός κύριος του πατάει την ουρά με το πόδι και του κατεβάζει ταυτόχρονα την παλάμη στη μούρη! Τρέχω εγώ να προφτάσω το κακό, μάλωσα τον μικρό, χάιδεψα τον γάτο, ο οποίος έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι.. Τι φάση; Χάλασαν οι μπίζνες τους; Μ΄ ένα καλαμάκι έπαιζαν, δεν μοίραζαν και την περιουσία! Αλλά δεν παίρνω και όρκο…
Ε, από εκείνη την ημέρα , ο Μικρός κύριος έχει φαγωθεί να του ξεπαστρέψει το μπωλ με
τις κροκέτες! Που έτσι και τον αφήσω, θα μαζεύω κροκέτες μέχρι κι από το πιγκάλ της
τουαλέτας!! Τρέχει (έχει γίνει σβούρα γενικά), απλώνει το χέρι και τις πετάει έξω. Με
μανία! Ο Παίχτης με μάτια παρακλητικά, προσπαθεί να τον συνετίσει:
Παίχτης: Σε παρακαλώ, όχι τις κροκέτες! Πάρε ό,τι άλλο θέλεις, έχω συλλογή με τρελομπαλάκια,
εξαιρετικά σχέδια, πάρε το ονυχοδρόμιο, πάρε και την χτένα μου αλλά όχι το φαγί μουυυυ!!!!! Δεν με ταΐζουν, λιμοκτονώ καθημερινώς κι ανεξαιρέτως, δεν με λυπάσαιιιιι!!!
Μικρός κύριος: Εμένα είπες «μιμίου», ΕΜΕΝΑ;;!!! Που σου ρίχνω κάθε απόγευμα μεζεδάκια από τα σνακ μου;;;;
Π: Αρχικά , δεν μου πετάς μεζεδάκια, σου πέφτουν. Και δεύτερον, όλο ρυζογκοφρέτες ρίχνεις. Τα μπιφτεκάκια που σου φτιάχνει η μητέρα με αγάπη και στοργή, αμάσητα τα καταπίνεις!
Μ.Κ: Δεν πρόκειται να ξαναφάς εδώ μέσα, μόνο νερό θα πίνεις!! Άκου «μιμίου» ρε! Κοίτα
έναν μάγκα που θα με πει «μιμίου» εμένα !! Τς τς τς..
Π: Α και κάτι ακόμη: στη λεκάνη με τα ρούχα ΜΟΝΟ ΕΓΩ μπαίνω να με πάνε βόλτα, κατάλαβες; Αν ξαναμπείς ΕΣΥ όχι μόνο «μιμίου» θα σε πω, θα σου….
Σ’ εκείνη τη φάση τους χώρισα, γιατί είχαν ανεβεί οι τόνοι στα «νιαρρ νιαρρ μάουυυ» και τα
«πετί μπιγιεεεεεε» που άκουγα και το παιδικό χεράκι είχε απλωθεί απειλητικά προς το γατίσιο δεξί αυτί…!
Κατά τα άλλα αγαπιούνται πολύ τα παιδιά μου μωρέ!
*Φωτογραφία: ο Παίχτης αυτοπροσώπως