Μυστικό
Το τηλέφωνο ήχησε τρεις φορές κι έπειτα σιωπή. Εκείνη, στεκόταν δίπλα στο παράθυρο του
μικρού δωματίου και κοίταζε έξω. Ήχησε και πάλι. Το αγνόησε επιδεικτικά.
Το ενδιαφέρον της είχαν κερδίσει κάποια παιδιά που έπαιζαν μπάλα στον απέναντι δρόμο.
Τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Ένα αβίαστο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, καθώς
ανέσυρε τις αναμνήσεις της δικής της παιδικής ηλικίας.. Στα χέρια της, μια κούπα
μισοτελειωμένου καφέ φίλτρου ζέσταινε ακόμα τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της.
Δεν ήθελε να μιλήσει με κανέναν σήμερα. Ήθελε μόνο να απολαύσει την μοναξιά της και
την απέραντη σιωπή που διακόπτονταν κάπου κάπου από τις φωνές των μικρών παιδιών.
Μα και από το τηλέφωνο που ανά τακτά χρονικά διαστήματα χτυπούσε. Δεν έδινε σημασία.
Λίγη ώρα αργότερα, άκουσε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα της.
«Περάστε.», είπε αδιάφορα, έχοντας ακόμα γυρισμένη την πλάτη της.
Δυο χέρια αντρικά, αγκάλιασαν την μέση της και φίλησαν τρυφερά τον λαιμό της.
«Γιατί, δεν απαντάς στις κλήσεις μου;», την ρώτησε σιγανά.
«Ήμουν απασχολημένη..» Το βλέμμα της παρέμενε καρφωμένο στα μικρά παιδιά και την
μπάλα τους που κείτονταν στην άκρη του δρόμου, μιας και είχαν αρχίσει να τσακώνονται
μεταξύ τους.
Ο άντρας κοίταξε κι αυτός για λίγο προς το μέρος του, κι έπειτα στράφηκε προς το δωμάτιο.
Η βαλίτσα της ήταν ακόμα άδεια, ανοιγμένη πάνω στο στενό κρεβάτι που μοιράζονταν εδώ
και οκτώ χρόνια.
«Δεν μάζεψες ακόμα τα πράγματά σου; Σε μία ώρα πρέπει να είμαστε στο αεροδρόμιο!»,
της φώναξε.
«Δεν θα έρθω..», ψιθύρισε και ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ της. «Ορίστε; Τι θα πει δεν θα έρθεις; Μου κάνεις πλάκα τώρα..»
«Το σκέφτηκα, το ζύγισα, το αποφάσισα. Δεν θα έρθω.», του απάντησε αποφασιστικά,
κοιτώντας τον αυτή τη φορά στα μάτια. Εκείνος σάστισε. Έσμιξε τα φρύδια του.
«Μα, το έχουμε κανονίσει εδώ και καιρό.. Θα μας κάνει καλό αυτή η αλλαγή, να αλλάξεις
παραστάσεις… Να περάσουμε χρόνο μαζί και έπειτα θα επιστρέψουμε στο νέο μας σπίτι..»,
της είπε εκνευρισμένος.
«Σου είπα, δεν θα έρθω.» Κι έστρεψε το κεφάλι της πάλι προς το παράθυρο.
«Δεν γίνεται να αλλάζεις γνώμη, το είχαμε συμφωνήσει Δανάη!» Είχε γίνει κόκκινος από
θυμό.
«Κι άλλα πράγματα είχαμε συμφωνήσει, μα δεν τα τήρησες! Έκανες πίσω! Και τώρα θέλεις
να φύγουμε από εδώ! Δεν φεύγω!», του φώναξε και τα μάτια της άρχισαν να γεμίζουν με
δάκρυα.
«Μην ξαναγυρνάς στο ίδιο θέμα, σε παρακαλώ. Δεν γινόταν διαφορετικά και τώρα δεν
μπορούμε να το αλλάξουμε. Σκέψου και τους άλλους πέρα από τον εαυτό σου!» , την
κατηγόρησε.
Ο κόμπος που ανέβηκε στο λαιμό την έπνιγε. Την απογοήτευσε και πάλι. Δεν μπορούσε να
τον κοιτάζει, δεν μπορούσε να τον συγχωρέσει. Δεν τον μισούσε, τον αγαπούσε μα.. μέσα
της είχε σπάσει. Όλα μέσα της ήταν θρύψαλα που επέμενε να κρύβει κάτω από το χαλί της
ψυχής της.. Οκτώ χρόνια.. Για το μόνο που κατηγορούσε τον εαυτό της ήταν που δεν
προσπάθησε αρκετά, δεν όρμησε μπροστά τους σαν αγρίμι να τους σταματήσει και της
στέρησαν την χαρά και το φως της. Το θολό απ΄ τα δάκρυα βλέμμα της εκεί.. στα παιδιά..
«Δανάη, σε παρακαλώ, ετοίμασε την βαλίτσα σου να φύγουμε. Θα σου κάνει καλό να..»
Πέρασε σαν αστραπή από μπροστά του τρέχοντας. Κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες για να βγει
έξω. Τον άκουγε να φωνάζει το όνομά της από το κεφαλόσκαλο, μα δεν θα του έδινε ξανά
καμιά σημασία.. Στον απέναντι δρόμο, το κοριτσάκι καθόταν κάτω κι έκλαιγε. Είχε χτυπήσει το γόνατό της και το κρατούσε σφιχτά.
«Τι έπαθες κορίτσι μου, είσαι καλά;», την ρώτησε ξέπνοα εκείνη και κάθισε κάτω δίπλα της.
«Χτύ..πησα ..το.. το γόνατό μου..», της απάντησε με αναφιλητά η μικρή.
«Άσε με να το κοιτάξω..»
Δεν ήταν σοβαρό το χτύπημα, μόνο μια γρατσουνιά, έσταζε λίγο αίμα. Η Δανάη έβγαλε ένα
μαντήλι από την τσέπη της και το σκούπισε απαλά.
«Δεν είναι κάτι, θα είσαι εντάξει.», της χαμογέλασε.
Η μικρή σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της τα δάκρυά της και ανταπέδωσε το
χαμόγελο.
«Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία Δανάη!», της είπε χαρωπά και σηκώθηκε να συνεχίσει το
παιχνίδι. Εκείνη στάθηκε με κόπο στα πόδια της και στράφηκε πάλι προς το σπίτι. Ο κόμπος στο
λαιμό ανέβηκε κι άλλο και ένα άγριο κύμα δακρύων και αναφιλητών ξέσπασε στο πρόσωπό της.
Πόσο πολύ θα ‘θελε να της πει: «Σ’ ευχαριστώ πολύ, μαμά!»
*Φωτογραφία: Resat Kuleli μέσω Unsplash