Καλοκαιρινός έρωτας την άνοιξη
Η Ζέφη καθόταν στο μπαλκόνι της, ένα πρωινό του Απρίλη που έμοιαζε καλοκαιρινό. Ο
λαμπερός ήλιος και η ζέστη των τελευταίων ημερών, παρακίνησε όλα τα λουλουδάκια που
είχε φυτέψει στα παρτέρια, να αναδυθούν νωρίτερα από το εύφορο χώμα, αναδεικνύοντας
τα ζωηρά τους χρώματα.
Αυτός ο καιρός πάντοτε της έφτιαχνε τη διάθεση για βόλτες και καφέ με τις φίλες της.
Εργάσιμη μέρα όμως η σημερινή και όλες τις οι φίλες βρίσκονταν στις δουλειές τους, εκτός
από την Κατερίνα που ακόμη φοιτούσε στο πανεπιστήμιο. Αντιθέτως, η Ζέφη δούλευε από
το σπίτι κι είχε την ευχέρεια να ξεκλέψει ένα δίωρο και να το αναπληρώσει αργότερα.
Τηλεφώνησε στην Κατερίνα ενθουσιασμένη και κανόνισαν να συναντηθούν σ’ ένα καφέ –
μπαρ σε ταράτσα. Ήταν το μοναδικό που λειτουργούσε όλο το χρόνο. Boho διακόσμηση και
γήινα χρώματα κυριαρχούσαν στον χώρο κι έδεναν υπέροχα με την εκπληκτική θέα στην
θάλασσα.
Μισή ώρα αργότερα, απολάμβαναν τα καφεδάκια τους, καθισμένες σε άνετες πολυθρόνες.
Φρέντο καπουτσίνο σκέτο για την Ζέφη με μπόλικη κανέλα πασπαλισμένη πάνω στο
αφρόγαλα, αμερικάνο γλυκό για την Κατερίνα. Ήταν απ’ τους ανθρώπους που πίνουν
φανατικά ζεστό καφέ χειμώνα και καλοκαίρι. Το βλέμμα τους βυθιζόταν στον ορίζοντα,
όπου το απέραντο γαλάζιο του ουρανού ενώνονταν αρμονικά με το βαθύ μπλε της
θάλασσας.
Συζητούσαν για διάφορα θέματα, όπως για τον καθηγητή που κόβει συνεχώς την Κατερίνα
στο τελευταίο μάθημα πριν το πτυχίο και την ξινή προϊσταμένη της Ζέφης που κάνει τη ζωή
της στη δουλειά «πατίνι». Καθώς περνούσε η ώρα κι είχαν σχεδόν εξαντλήσει όλα τα
θέματα προς συζήτηση, η σερβιτόρα άφησε δυο σφηνάκια βότκας στο τραπέζι τους.
«Από ποιον;», απόρησε η Κατερίνα. Το μαγαζί ήταν άδειο.
«Από τον μπάρμαν για την φίλη σας.», της απάντησε ξερά κι έφυγε.
«Έλα κατακτήσεις η Ζέφη μεσημεριάτικα!!», φώναξε η Κατερίνα.
«Σταμάτα ρε συ θα σ’ ακούσει!», την μάλωσε.
«Αρχικά πρέπει να δω αν αξίζει τον κόπο ο τύπος, τον έχω πλάτη ,δεν είναι σωστόοο»,
συνέχισε εκείνη. «Μην τολμήσεις να γυρίσεις..», την προειδοποίησε. Φυσικά η κοπέλα γύρισε ολόκληρη,
χαιρέτισε το παλικάρι, τον ευχαρίστησε άηχα και ξαναγύρισε μπροστά.
«Καλά, μαρή, δεν μιλάς τόση ώρα για αυτόν τον μάναρο που Παναγία μου, τι ομορφιά , τι
μπράτσα , τι ξανθά μαλλιά, τι μελιά μάτια, φωτιά και λαύρα είναι ο τύπος!!», είπε
κατενθουσιασμένη.
«Καλά το ότι πρόσεξες και το χρώμα των ματιών από αυτή την απόσταση με ξεπερνάει! Καλός φαίνεται, δεν λέω, αλλά κάνεις λες και βλέπεις άντρα πρώτη φορά, ηρέμησε λίγο!»
Η Κατερίνα έπιασε το κεφάλι της απελπισμένη και είπε:
«Ωχ..μην μου πεις ότι δεν φοράς τους φακούς σου σήμερα…»
«Έ, τους ξέχασα η αλήθεια είναι. Χτες τους φορούσα πολλές ώρες και..»
«Εμ, έτσι εξηγείται!», την διέκοψε απότομα, «Ψάξε μήπως έχεις τα γυαλιά μαζί σου, είναι
κρίμα να χάνεις αυτή τη θέα!! Ο τύπος σε γουστάρει κι είναι θεός, ήλιος καλοκαιρινός που
λέει και το άσμα!!»
«Καλέ πώς κάνεις έτσι;! Ξελιγώθηκες, μαζέψου!»
«Τελείωνε!!»
Η Ζέφη εκνευρισμένη με την φίλη της, καθώς δεν της άρεσε η έντονη εκδήλωση
συναισθημάτων και μάλιστα δημόσια, ντροπαλή γαρ, άρχισε να ψάχνει μέσα στην μεγάλη
τσάντα της για τα γυαλιά. Τα βρήκε, αφού αράδιασε όλη της την προίκα πάνω στο τραπέζι,
τα φόρεσε και είδε ‘’το φως το αληθινό’’: τα μάτια του πράγματι ήταν ανοιχτόχρωμα ,
ωστόσο δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν όντως μελιά, πράσινα ή γαλάζια. Αρκετά
γυμνασμένος, ψηλός, μα το πιο ωραίο πάνω του ήταν το χαμόγελό του. Μόλις οι ματιές
τους διασταυρώθηκαν , εκείνος της χάρισε ένα πλατύ, γλυκό, κατάλευκο χαμόγελο και η
καρδιά της χτύπησε λίγο πιο δυνατά από το συνηθισμένο. Κοκκίνισε και έστρεψε το βλέμμα της στη φίλη της.
«Ωραίος είναι δεν λέω..», παραδέχτηκε.
«Αλλά τι ; Σε χαλάει; Δεν είπα να τον παντρευτείς αλλά να φλερτάρεις, να περάσεις όμορφα
κι όπου βγει! Δεν βαρέθηκες να είσαι μόνη;» , την ρώτησε με παράπονο.
«Τελοσπάντων.. Εντάξει δυο σφηνάκια κέρασε μην τρελαίνεσαι. Άλλωστε..»
«Με συγχωρείτε..», διέκοψε η σερβιτόρα, «..ο μπάρμαν προτείνει να έρθετε να καθίσετε
στο μπαρ , αν έχετε τελειώσει τον καφέ σας, για να σας κεράσει κοκτέιλ..»
«Συγγνώμη, να ρωτήσω, του μπάρμαν είναι το μαγαζί;», ρώτησε η Κατερίνα και η Ζέφη
δαγκώθηκε.
«Εμ όχι, υπάλληλος είναι..», απάντησε η σερβιτόρα.
«Πολύ λαρτζ βρε παιδί μου είναι!!», είπε εκείνη χασκογελώντας και τράβηξε την
ντροπιασμένη φίλη της για να καθίσουν στο μπαρ.
Εκείνος χαμογέλασε πλατιά στη Ζέφη και το έντονο βλέμμα του την έκανε να αναριγήσει.
Από την μικρή απόσταση που τους χώριζε πλέον, μπορούσε πολύ καλύτερα να απολαύσει
την θέα του προσώπου του και του εξαιρετικά γυμνασμένου κορμιού του. «Μάνος», της είπε και έτεινε το χέρι του προς το μέρος της για χειραψία.
«Ζέφη, χαίρω πολύ και σε ευχαριστούμε για το κέρασμα..», του απάντησε με χαμόγελο κι
έσφιξε το χέρι του.
Ο Μάνος κράτησε λίγο παραπάνω τη χειραψία, χαϊδεύοντας με τον αντίχειρά του τον δικό
της. Τράβηξε πίσω το χέρι της σαστισμένη, δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί ούτε το εκπληκτικό χαμόγελό του αλλά ούτε και την επίδραση που είχε ήδη πάνω της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά κι ένα γλυκό μούδιασμα απλώθηκε σε όλο της το σώμα.
«Κατερίνα κι εγώ χάρηκα για την γνωριμία!», αναφώνησε πιάνοντας κι εκείνη το χέρι του
και συνέχισε με ενθουσιασμό, «μάθαμε ότι φτιάχνεις ωραία κοκτέιλ..!»
Εκείνος μειδίασε, μην αφήνοντας την Ζέφη από τα μάτια του, «Αν μου επιτρέπετε,
κορίτσια, να σας προτείνω εγώ να πιείτε: ένα Cosmopolitan για την Κατερίνα κι ένα Colletti
Royale για σένα.. Ελπίζω να σου αρέσει η τεκίλα.», της είπε τρυφερά.
«Ναι, πολύ..», είπε εκείνη χαμογελώντας.
«Cosmopolitan; Έλα τώρα, μπορούσες και καλύτερα..πφφ», μουρμούρισε η Κατερίνα.
«Τι είπες;», την ρώτησε η Ζέφη.
«Τίποτα.. Α, μόλις θυμήθηκα πως έχω ραντεβού με την αδερφή μου , σόρρυ πρέπει να
φύγω!», της είπε και ύστερα γύρισε στον Μάνο, «Ψιτ, ευχαριστώ για το κοκτέιλ αλλά
πρέπει να φύγω. Να σου πω..», έσκυψε κοντά στο αυτί του, «..γουστάρεις την φίλη μου , το
σέβομαι. Να την προσέχεις, γιατί ξέρω πού δουλεύεις θα μάθω και πού μένεις κι έχω τρεις
αδερφούς, βέρους Κρητικούς , απλά ενημερωτικά στο λέω…», του είπε και τον
αγριοκοίταξε. Εκείνος έγνεψε καταφατικά και της έκανε νόημα να μην ανησυχεί.
«Φιλάκια Ζέφη μου, καλά να περάσεις!!»
«Μα ρε Κατερίνα!!», της φώναξε αλλά είχε ήδη εξαφανιστεί.
Στο μεταξύ, το κοκτέιλ της ήταν έτοιμο μπροστά της. Σε ποτήρι του κρασιού, με βαθύ
πορτοκαλί χρώμα που θύμιζε αυγουστιάτικο ηλιοβασίλεμα, αφρώδες με λίγο πάγο, ενώ μια
αφυδατωμένη φέτα από σαγκουίνι κοσμούσε την κορυφή. Το δοκίμασε χωρίς δεύτερη
σκέψη και ήταν ό,τι ακριβώς της άρεσε σε ένα ποτό: γλυκόξινο μα και αρκετά φρουτώδες
τόσο σε γεύση όσο και σε άρωμα.
«Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;», την ρώτησε παιχνιδιάρικα.
«Εξαιρετικό! Λες και γνωρίζεις ήδη τα γούστα μου..», του απάντησε με το ίδιο ύφος.
Κοιτάζονταν για ώρες συζητώντας, ανάμεσα σε παραγγελίες που έφταναν στο μπαρ και
πελάτες που κάθονταν παραδίπλα περιμένοντας τα ροφήματά τους. Οι ώρες περνούσαν
χωρίς να το καταλάβει κανείς από τους δύο. Βρίσκονταν ανάμεσα σε τόσο κόσμο μα και
μόνοι τους συνάμα. Ο Μάνος έφτιαχνε τα πιο απίθανα σφηνάκια για να δοκιμάσουν και η
Ζέφη τα βαθμολογούσε. Μέχρι και σφηνάκι βότκα με tabasco ήπιε μονορούφι, ενώ μέχρι εκείνη την ημέρα δεν δοκίμαζε ούτε καυτερή πάπρικα. Δάκρυζε από την κάψα και γελούσε, γελούσε και καιγόταν.
Και κάπου αργά μέσα στην νύχτα, βρεθήκαν αγκαλιά κάτω από τα μαύρα σεντόνια στην
κρεβατοκάμαρά του. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο ελεύθερη και ζωντανή. Η φλόγα που σιγόκαιγε μέσα της, φούντωνε και γινόταν πυρκ.αγι.ά , κάθε φορά που την κρατούσε σφιχτά και μοίραζε απλόχερα τα φιλιά του στο κορμί της. Δεν ήθελε να ξημερώσει. Δεν ήθελε να ξυπνήσει από το όνειρο «θερινής νυχτός» που ζούσε στην καρδιά της άνοιξης.
Και για έναν μήνα σχεδόν, δεν ξύπνησε. Και πέρασαν μαζί ημέρες γεμάτες με γέλια, φιλιά κι
αγκαλιές στο ηλιοβασίλεμα κι ατέλειωτες νύχτες πάθους κι έρωτα. Ο Μάνος δεν απάντησε ποτέ ξανά στις κλήσεις της. Κι η Ζέφη δεν ξαναπήγε ποτέ στην ταράτσα για καφέ ή ποτό.
Τα όμορφα που έρχονται ξαφνικά στη ζωή μας, κάποιες φορές, φεύγουν με τον ίδιο τρόπο,
έτσι , χωρίς εξήγηση. Μα η θύμηση ενός καλοκαιρινού έρωτα στην καρδιά της άνοιξης, της
έφερνε πάντα ένα γλυκόπικρο χαμόγελο στα χείλη.
*Φωτογραφία: Tania Lyahnovich μέσω Unsplash