Πρώτη γνωριμία
Ξύπνησε το πρωί με πονοκέφαλο. Σηκώθηκε άκεφος από το κρεβάτι και τράβηξε τις
κουρτίνες. Τα τζάμια ήταν θαμπά απ΄την υγρασία. Με την ανάστροφη του χεριού του
σκούπισε ένα μικρό σημείο. Έβρεχε. Αλλά όχι πολύ· ίσα που να νοτίσουν οι δρόμοι και να
απλωθεί παντού η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος.
«Ό,τι πρέπει για έναν ζεστό καφέ», σκέφτηκε.
Έπειτα από λίγη ώρα, βρέθηκε στο αγαπημένο του στέκι μ’ ένα ζεστό φλιτζάνι καφέ
φίλτρου στα χέρια. Επέλεξε το ίδιο τραπέζι όπου καθόταν τον τελευταίο χρόνο ώστε να
αγναντεύει από την τζαμαρία την θέα της μεγάλης πλατείας.
Ο κόσμος περνούσε μπροστά από τα μάτια του άλλοτε βιαστικός, άλλοτε σκυθρωπός μα
υπήρχαν κι αυτοί που περπατούσαν με χαρούμενη διάθεση. Μερικοί κουβαλούσαν ήδη
σακούλες με ψώνια παρόλο που ήταν νωρίς· κάποιοι άλλοι δίσταζαν να διαλέξουν ανάμεσα
σε τόσα πράγματα που διέθετε η απέναντι φανταχτερή βιτρίνα. Ή δίσταζαν εξαιτίας των
τιμών που διάβαζαν στα καρτελάκια..
Η βροχή έγινε εντονότερη και μία μία άνοιγαν οι ομπρέλες. Μαύρες, κόκκινες, με ζωάκια ή
λουλούδια. Καθώς έπινε μερικές ακόμη γουλιές, με την άκρη του ματιού του, είδε μια
κοπέλα να παλεύει με την ομπρέλα της. Ο ξαφνικός αέρας γύρισε τις ακτίνες της ανάποδα
συμπαρασύροντας αρκετές τούφες από τα μακρυά καστανά της μαλλιά. Εκείνος την
παρακολουθούσε για λίγη ώρα να προσπαθεί μάταια. Δεν μπορούσε να διακρίνει το
πρόσωπό της καθώς ήταν στραμμένη από την αντίθετη μεριά. Τελικά σηκώθηκε φορώντας
βιαστικά το μπουφάν του και βγήκε έξω να την βοηθήσει.
«Γεια! Νομίζω πως χρειάζεσαι βοήθεια..»
«Λες ε;», του απάντησε λαχανιασμένη.
«Περίμενε λίγο, το ‘χω» , της απάντησε με σιγουριά.
Λίγα λεπτά χρειάστηκε για να την απελευθερώσει. Με φριζαρισμένα μαλλιά κι ενώ είχε ήδη
βραχεί αρκετά, πήρε εκνευρισμένη την γαλάζια λουλουδένια ομπρέλα της και την πέταξε με
δύναμη στον πλησιέστερο κάδο. Απαλλαγμένη από το μαρτύριο, επέστρεψε να ευχαριστήσει τον σωτήρα της.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ! Πάλευα πόση ώρα με την παλιο-ομπρέλα, κοίτα πώς έχω γίνει!»
«Ξέρω σ’ έβλεπα..Εεεντάξει μωρέ, καλά είσαι τώρα..»
Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Εκείνος δεν είχε ξαναδεί πιο μελένια μάτια κι εκείνη
πιο γοητευτικό πρόσωπο. Του πήρε λίγη ώρα να βρει το θάρρος να της πει:
«Εμ, θα ήθελες να έρθεις μέσα για λίγο; Είναι ζεστά, έχει καταπληκτικό καφέ και θα
στεγνώσεις.»
«Ακούγεται δελεαστικό! Εμ, είμαι η Αλεξάνδρα.», είπε και άπλωσε το χέρι της. «Στέφανος, χαίρω πολύ.», απάντησε και της ανταπέδωσε την χειραψία.
Ο Στέφανος παρήγγειλε και δεύτερο καφέ, έναν διπλό εσπρέσο αυτή την φορά και η
Αλεξάνδρα ένα καπουτσίνο με μπόλικη κανέλα και στη συνέχεια μια ζεστή σοκολάτα με
σαντιγύ.
Ίσως τελικά να είχε δίκιο που προτιμούσε το στέκι του τις βροχερές μέρες. Ίσως μετά κι
εκείνη να ευχαρίστησε νοερά την άτιμη ομπρελίτσα, που τώρα πια κείτονταν στον πάτο
ενός μικρού κάδου σκουπιδιών.
*Φωτογραφία: Àlex Folguera μέσω Unsplash