Ανείπωτα
Γύρω από το παλιό τραπέζι της κουζίνας, η Ηρώ έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ της. Φίλτρου σκέτος με δυο σταγόνες γάλα. Το βλέμμα της στο κενό. Η φθαρμένη από τα ταξίδια βαλίτσα, περίμενε στην πόρτα. Εκείνος μελετούσε κάτι έγγραφα στο σαλόνι. Ούτε βλέμμα δεν της έριξε από την ώρα που ανακοίνωσε πως φεύγει. Η δουλειά.. πάντα η δουλειά του ήταν πάνω απ’ όλα..
Κι εκείνη; Εκείνη που είχε αφήσει τα πάντα για χάρη του, επειδή τον θαύμαζε και σεβόταν την δουλειά του και την καριέρα του, τον στήριζε σε κάθε του βήμα. Από την αρχή. Άλλαξε πόλη για να είναι μαζί του κι αργότερα χώρα. Και υπέμεινε καθημερινά την μοναξιά στο μικρό διαμέρισμα, που πάντα ήταν καθαρό και περιποιημένο. Μα άδειο. Διάβαζε τα βιβλία της, άκουγε μουσική, έβλεπε τηλεόραση σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε. Για χάρη του.
Κι αυτός πάντα κουρασμένος ερχόταν σπίτι, έτρωγε και κοιμόταν. Στην αρχή τής μιλούσε με ενθουσιασμό για το νέο περιβάλλον εργασίας, για τους συναδέλφους. Μα όσο περνούσε ο καιρός, οι βραδινές συζητήσεις τους όλο και μειώνονταν, ώσπου στο τέλος μιλούσαν για τα βασικά και μόνο. Τρωγόταν με τα ρούχα της, έψαχνε τρόπους να του κεντρίσει το ενδιαφέρον, δημιουργούσε εντάσεις να του τραβήξει την προσοχή. Μα τίποτα δεν έπιανε.
«Έχω πολύ δουλειά, σε παρακαλώ..», της απαντούσε κάθε φορά.
Είχαν φτάσει σ΄ ένα τέλμα που αρνούνταν πεισματικά να δει. Πνιγόταν πια, δεν άντεχε. Δεν άντεχε να είναι αόρατη. Δεν άντεχε να νιώθει τόσο λίγη. Είχε εξαντληθεί από την προσπάθεια. Ένιωθε την μοναξιά ολοένα και περισσότερο να καταλαμβάνει μέσα της χώρο. Ήταν μαζί, μα μόνη της. Σηκώθηκε από το τραπέζι κι άφησε την μισοτελειωμένη κούπα του καφέ στον νεροχύτη.
Πήγε στο σαλόνι και στάθηκε μπροστά του. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του μετά από λίγο.
«Αυτό είναι το “ευχαριστώ” σου για όλα αυτά τα χρόνια; Που τα παράτησα όλα, που έχασα τον εαυτό μου για να σε στηρίξω;»
«Μα, δεν σου ζήτησα ποτέ κάτι τέτοιο, Ηρώ. Ποτέ δεν απαίτησα να αφήσεις τον εαυτό σου
για μένα. Σ’ αγαπούσα όπως ακριβώς ήσουν..»
«Μ’ αγαπούσες; Πότε σταμάτησες να μ’ αγαπάς;»
«Ηρώ, έχω πολύ δουλειά, σε παρακαλώ. Ας το συζητήσουμε το σαββατοκύριακο που θα
έχω χρόνο..»
«Δεν υπάρχει άλλος χρόνος! Τώρα θα το συζητήσουμε, πάντα έχεις δουλειά. Η δουλειά δεν
σταματά ποτέ για σένα!», του φώναξε.
«Εντάξει…τι θέλεις να σου πω;», την ρώτησε ηττημένος και πέταξε τα χαρτιά δίπλα του.
«Πότε σταμάτησες να μ’ αγαπάς;»
«Εσύ πότε σταμάτησες;» , της αντιγύρισε. «Δεν σταμάτησα!»
«Είσαι σίγουρη;»
«Φυσικά.», του δήλωσε.
«Δεν νομίζω.. Ξέρεις πότε; Όταν επέστρεφα από την δουλειά και δεν μου μιλούσες πια για την ημέρα σου. Όταν αργότερα, δεν γελούσες πια με τα αστεία μου. Στην αρχή πίστευα πως ήσουν απλά κουρασμένη και πως θα σου περνούσε. Αλλά δεν πέρασε, γινόταν ολοένα και χειρότερο..», της είπε με παράπονο.
«Όμως αυτό δεν σημαίνει πως έπαψα να σ’ αγαπώ! Ήμουν κουρασμένη, ναι. Επειδή όμως ήμουν μόνη μου συνεχώς! Κουράστηκα να είμαι μόνη μου!»
«Πίστευα ότι ίσως αν δούλευα πιο σκληρά, αν μας εξασφάλιζα ένα καλύτερο μέλλον, όλα θα διορθώνονταν.. Όμως εσύ το έβλεπες σαν απόσταση. Κι έπειτα άρχισες να μετράς… τις θυσίες σου, όλα τα “για χάρη σου έκανα αυτό, εκείνο, το άλλο” και τα “παράτησα τα πάντα για σένα”… Και κάθε φορά που μιλούσαμε, ήταν σαν να μου ζητούσες να σου ξεπληρώσω κάτι.»
«Δεν ισχύει αυτό!», του φώναξε και άρχισε να δακρύζει.
«Δεν ισχύει; Είσαι βέβαιη;»
Ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Δεν περίμενε αυτή την εξέλιξη. Για πρώτη φορά, πρόσεξε πως κοίταζε κατευθείαν μέσα της, σαν να έψαχνε κάτι.
«Άλλαξες, Ηρώ. Μέρα με την ημέρα.. άλλαζες. Ζούσες μόνο μέσα από μένα. Και ξέρεις, στην αρχή ένιωθα σημαντικός. Αλλά μετά… άρχισες να με πνίγεις. Και τελικά, δεν ήξερα αν έμενες επειδή το ήθελες ή επειδή δεν ήξερες πού αλλού να πας.»
Σηκώθηκε απότομα και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Εκείνη σάστισε μα έμεινε ακίνητη, δεν του ανταπέδωσε την αγκαλιά, όμως το άρωμα του κορμιού του κατέκλυσε το μυαλό και την ψυχή της. Τα δάκρυά της πότισαν την μπλούζα του κι έμειναν για λίγο ασάλευτοι και σιωπηλοί.
«Δεν σταμάτησα να σ’ αγαπώ, μα δεν ήσουν πια εσύ. Χάθηκες.. Ποτέ δεν θέλησα να
αλλάξεις..», της ψιθύρισε.
Σκούπισε το πρόσωπό της με την παλάμη της κι απομακρύνθηκε από κοντά του. Άπλωσε το χέρι προς τη βαλίτσα. Τα δάχτυλά της έσφιξαν το λουρί, σαν να το σκέφτηκε ξανά.
«Ίσως και να ‘χεις δίκιο..», ψέλλισε.
Ένιωσε το βάρος του βλέμματός του στην πλάτη της, μα δεν γύρισε. Ήξερε πως αν το έκανε, ίσως να μην έφευγε ποτέ. Άνοιξε την πόρτα και τον άφησε εκεί, ανάμεσα στα χαρτιά του, ανάμεσα σε όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ…
*Φωτογραφία: Kit (formerly ConvertKit) μέσω Unsplash