Σκοτεινός δεντρόφυτος πεζόδρομος τη νύχτα, φωτισμένος από λάμπες, με πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα και βρεγμένο μονοπάτι που αντανακλά το φως.

Το μονοπάτι

Ξύπνησε ιδρωμένος. Τελευταία, οι εφιάλτες είχαν διαταράξει τον ύπνο του και μέρα με τη
μέρα αισθανόταν όλο και πιο κουρασμένος. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, αφού οι προσπάθειές του να ξανακοιμηθεί αποδείχτηκαν άκαρπες. Κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Στον κήπο, οι σιλουέτες από τα θεόρατα σφενδάμια αχνοφαίνονταν στον νυχτερινό
ουρανό. Ο σκύλος γάβγιζε επίμονα. Πήρε το φακό του και βγήκε. Δεν τον άναψε όμως.
Περπατούσε με σιγουριά και άνεση στα τυφλά, γνωρίζοντας από παιδί κάθε εκατοστό
αυτού του κτήματος. Στο ένα χέρι κρατούσε το φακό, στο άλλο ένα μεγάλο ρόπαλο. Στάθηκε για μια στιγμή να αφουγκραστεί. Άναψε απότομα το φακό. Δεν ήταν κανείς. Πίσω του, ένα θρόισμα στον θάμνο τον έκανε να γυρίσει απότομα. Χαμογέλασε, όταν είδε έναν σκαντζόχοιρο να κάνει δειλά την εμφάνισή του.
«Ήρεμα, κορίτσι μου!», ψιθύρισε στο μεγαλόσωμο κουτάβι. Κούνησε την ουρά της με χαρά
κι αφέθηκε για λίγο στα χάδια του αφεντικού της, πριν εντοπίσει ξανά την μυρωδιά του αγκαθωτού επισκέπτη.
Ξαφνικά μια λάμψη φωτός τον τύφλωσε. Έβαλε το χέρι του μπροστά για να δει καλύτερα.
Μια μικροκαμωμένη σκιά διαγραφόταν λίγα μέτρα μακριά του.
«Ποιος είναι; Τι δουλειά έχεις στο κτήμα μου;», φώναξε απειλητικά. Με το άλλο χέρι έσφιγγε το ρόπαλο. Στα χείλη του μετρούσε τους μανιασμένους χτύπους της καρδιάς του. Δεν φοβήθηκε. Ήταν έτοιμος να επιτεθεί. Η σκιά δεν σάλεψε. Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Αποφασισμένος. Κανείς δεν θα καταπατούσε τον χώρο του. Η δέσμη φωτός στράφηκε προς το μονοπάτι, που διέσχιζε περιμετρικά το κτήμα και κατέληγε στον δρόμο. Σάστισε.
Ο μικροσκοπικός άνθρωπος βρισκόταν ήδη εκεί και του έκανε νόημα με τον φακό να τον
ακολουθήσει. Δίστασε, μα προχώρησε. Περπάτησαν για κάποια ώρα με οδηγό τον φακό
του ξένου, που δεν γύρισε ούτε μια στιγμή να τον κοιτάξει. Σύντομα παρατήρησε πως
βρίσκονταν έξω πια από τα όρια του κτήματος, στον κεντρικό δρόμο κι έτριψαν σε ένα
στενό που δεν είχε προσέξει ποτέ πριν. Μα, τι κάνω; Πού πάω; , σκέφτηκε. Έκανε μεταβολή να επιστρέψει, όμως δυο ζευγάρια χέρια τον έπιασαν δυνατά από τους ώμους και τον ανάγκασαν να ακολουθήσει την πορεία της σκιάς. Σήκωσε το ρόπαλο να τους χτυπήσει, αλλά κανείς δεν στέκονταν δίπλα του.
Ο άγνωστος είχε ξεμακρύνει αρκετά από κοντά του και σύντομα θα έμενε μόνος του στο
σκοτάδι. Έτρεξε να τον προλάβει. Λαχανιασμένος, κοντοστάθηκε για να ξαναβρεί τις ανάσες
του. Τα πρώτα χρώματα της αυγής έκαναν την εμφάνισή τους στον ουρανό. Και έτσι
μπόρεσε να διακρίνει καλύτερα το μικροκαμωμένο παιδί που κρατούσε τόση ώρα τον
φακό. Το βλέμμα του παιδιού ήταν θλιμμένο και κενό ταυτόχρονα. Παραξενεύτηκε. Κοίταξε
γύρω του. Τίποτα δεν του ήταν οικείο.
«Γιατί με έφερες εδώ; Πού είμαστε;», ρωτούσε επίμονα. Δεν έλαβε καμία απάντηση.
Έπιασε το παιδί από τους ώμους και το τράνταζε φωνάζοντας: «Λέγε! Πού είμαστε;! Γιατί
με έφερες εδώ;!!» Τώρα πια έτρεμε από τα νεύρα του. Το παιδί παρέμεινε σιωπηλό. Το μόνο που έκανε ήταν να τεντώσει το μικρό χεράκι του δείχνοντας μια παλιά ξύλινη γέφυρα που εκτεινόταν πάνω από το παλιό κανάλι που πλέον είχε στερέψει. Έστρεψε το βλέμμα του μια στη γέφυρα και μια στο παιδί. Εκείνο είχε μείνει ασάλευτο με τεντωμένο χέρι.
Αποφάσισε να την διασχίσει. Οι σανίδες έτριζαν αρκετά αφού τα σκοινιά με τα οποία ήταν
δεμένες είχαν ξεφτίσει με τα χρόνια. Αμφιταλαντευόταν όλο και περισσότερο καθώς βάδιζε
όσο έφτανε στη μέση της γέφυρας. Ξαφνικά το πόδι του κόλλησε. Γύρισε να κοιτάξει σε τι
είχε σκαλώσει κι έντρομος είδε ένα χέρι να κρατά σφιχτά τον αστράγαλό του. Ένα γυναικείο κεφάλι αναδύθηκε από το κανάλι που τώρα πια ήταν γεμάτο νερό. Τα κατάμαυρα μάτια της έκαναν μεγάλη αντίθεση με τα ξανθά μαλλιά της που ήταν πλεγμένα με βρύα και λάσπη. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα, ο οργή της διάχυτη στο πρόσωπό της.
«Με θυμάσαι;», του είπε θυμωμένη.
«Τι στο καλό..», απόρησε σαστισμένος.
Απότομα, το χέρι της τον τράβηξε με δύναμη στο νερό. Προσπάθησε γρήγορα να αναδυθεί,
όμως εκείνη τον κρατούσε στον βυθό. Πάλευε για ώρα, το οξυγόνο στέρευε, ασφυκτιούσε.
Τον έπιασε πανικός και πάλευε ακόμα περισσότερο να απελευθερωθεί από τα δεσμά της.
Μάταια όμως. Τα πνευμόνια του έκαιγαν, η δύναμή του τον εγκατέλειπε. Πνιγόταν.. Πνιγόταν και δεν πρόλαβε να της πει πως την θυμόταν. Δεν πρόλαβε να της πει πως δεν έφταιγε εκείνος για ό,τι της συνέβη. Πως χρόνια κουβαλούσε αυτό το βάρος στη συνείδησή του στην ψυχή του..
Ξύπνησε ιδρωμένος. Δεν είχε χαράξει ακόμα. Βαριανάσαινε. Ένιωθε τα πνευμόνια του ακόμα να καίνε. Γύρω του επικρατούσε σιωπή. Ο σκύλος γάβγισε επίμονα. Δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι παρά μόνο όταν ο ήλιος είχε σκαρφαλώσει ψηλά, πάνω από τα θεόρατα σφενδάμια που στέκονταν αγέρωχα στον κήπο.

Similar Posts

  • Το τέρας του θυμού

    Δεν έχει σημασία τι το ξύπνησε. Τι πυροδότησε το συναίσθημα να ξεχυλίσει σαν ποταμόςπου φούσκωσε από ξαφνική νεροποντή. Ξύπνησε. Ο Θυμός. Κόκκινο το τέρας του θυμού,σαν το αίμα στις φλέβες σου που βράζει και θέλει να βγει και να κυλήσει έξω από το σώμα σου. Η ματιά σου θολώνει. Πανικοβάλλεσαι, καθώς προσπαθείς μες το μυαλό…

  • Βουτιά

    Χθες ένιωσα ότι ήταν πράγματι καλοκαίρι.Ξυπνήσαμε το πρωί με την θαλασσινή αύρα να γεμίζει τα πνευμόνια μας σε κάθε αναπνοή. Χωρίς δεύτερη σκέψη, φορέσαμε τα μαγιό μας, πήραμε τις πετσέτες στον ώμο και ξεκινήσαμε για την παραλία. Μόλις φτάσαμε, έβγαλα τα παπούτσια μου και τα πόδια μου βυθίστηκαν στην καυτή άμμο. Μου αρέσει να περπατάω…

  • Το ρολόι

    Το μοναδικό ενθύμιο μετά τον θάνατο του παππού του ήταν το ρολόι του. Αν και έφυγεστην δύση της ζωής του, η πληγή της απώλειας μέσα του, θα έμενε για πάντα ανοιχτή. Είχε μετακομίσει πρόσφατα και προσπαθούσε να βάλει τη ζωή του σε τάξη. Στο τελευταίο κουτί που άνοιξε, βρήκε το ρολόι. Ήθελε από καιρό να…

  • Βιβλιοφάγος από κούνια

    Για ένα από τα πράγματα που είμαι ευγνώμων στον πατέρα μου είναι που μου κόλλησε το “μικρόβιο” του βιβλιοφάγου. Πολλές φορές, ως παιδί, άνοιγα δειλά δειλά την πόρτα τουγραφείου του και τον παρακολουθούσα να διαβάζει, άλλοτε μυθιστορήματα κι άλλοτειστορικά βιβλία. Τα μάτια του πάντα λαμπύριζαν διαφορετικά καθώς σάρωνε τις σελίδες του βιβλίου σαν νατου φανερώνονταν…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *