Το ρολόι
Το μοναδικό ενθύμιο μετά τον θάνατο του παππού του ήταν το ρολόι του. Αν και έφυγε
στην δύση της ζωής του, η πληγή της απώλειας μέσα του, θα έμενε για πάντα ανοιχτή. Είχε μετακομίσει πρόσφατα και προσπαθούσε να βάλει τη ζωή του σε τάξη. Στο τελευταίο κουτί που άνοιξε, βρήκε το ρολόι. Ήθελε από καιρό να το περιποιηθεί για να το φοράει και να νιώθει την παρουσία του. Το πήρε στα χέρια του.
Ήταν ένα Seiko Seahorse του 1963. Το είχε αγοράσει ως επιβράβευση για τον κόπο του, την χρονιά που το τριφύλλι από το χωράφι του είχε πωληθεί στην υψηλότερη τιμή. Το περίβλημά του ήταν από ατσάλι, με σκούρο καφέ καντράν που στις άκρες είχε ξεθωριάσει από την φθορά του χρόνου. Παρατήρησε όλες τις γρατσουνιές και τα σημάδια, καθώς και το χαλαρό κουμπάκι που ρύθμιζε την ώρα. Η ημερομηνία δεξιά από τους δείκτες θολή, σταματημένη στον αριθμό 14. Στο πίσω μέρος, ήταν χαραγμένο το σήμα της μάρκας, ένας ιππόκαμπος με στέμμα στο κεφάλι και ο αριθμός του μοντέλου. Παρόλα αυτά, το ρολόι βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση και μπορούσε ακόμα να φορεθεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να το κουρδίσει. Έπειτα από λίγο, οι δείκτες άρχισαν και πάλι να μετρούν τον χρόνο.
Και το ρολόι “ξύπνησε”. Τικ τακ… Ο χρόνος κυλούσε ξανά. Η ημερομηνία έδειχνε τον αριθμό 8. Ένα νέο πρόσωπο έβλεπε μπροστά του. Σάστισε. Δεν βρισκόταν πια στο πέτρινο αρχοντικό, με τα βαριά σκουρόχρωμα έπιπλα, τα χειροποίητα χαλιά και τα μπρούτζινα πολύφωτα. Ένα καινούργιο διαμέρισμα, με κούτες και δίχως κουρτίνες στα παράθυρα ξεδιπλώθηκε μπροστά του. Σχεδόν αμέσως, αντιλήφθηκε πως το χέρι που αγκάλιαζε με το φθαρμένο δερμάτινο καφέ λουράκι του, δεν ήταν το ίδιο. Είχε άλλη θερμότητα, άλλη υφή στο δέρμα, διαφορετική, νεανική. Ξανακοίταξε το πρόσωπο. Όσο το παρατηρούσε καλύτερα, σαν να το είχε κάπου ξαναδεί. Μια αναλαμπή και ο χρόνος γύρισε νοερά πίσω και αυτό το πρόσωπο είχε γίνει παιδικό κι έπαιζε μαζί του, τότε που κοσμούσε κάποιο άλλο χέρι που το παιδί φώναζε “παππού”. Ένιωσε μέσα του μεγάλη χαρά επειδή βρισκόταν σε χέρι αγαπημένο, που όποτε το έβλεπε, άρπαζε το χέρι του παππού και πείραζε τους δείκτες του με το κουμπάκι και το αποσυντόνιζε. Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει πιο δυνατά τους δείκτες του, για να ακούσει τον ενθουσιασμό του.
Αναρωτήθηκε που να βρισκόταν τώρα ο παππούς. Με πόση φροντίδα το καθάριζε και το πρόσεχε να μη το χτυπήσει, όποτε πήγαινε στο χωράφι. Ξάφνου, μια νέα αναλαμπή τρύπωσε στο μηχανικό μυαλό του: την ημέρα που ο παππούς ήταν άρρωστος στο κρεβάτι και για μέρες κοίταζαν το πανύψηλο ταβάνι του σπιτιού. Κι ένα βράδυ, που ο παππούς κοιμόταν, σταμάτησε να ακούγεται η αναπνοή του. Ανησύχησε. Έσφιξε το χέρι του να πιάσει τον παλμό του, μα είχε πια σιγήσει. Αν είχε δάκρυα, εκείνο το βράδυ, θα έτρεχαν τόσο, που θα χαλούσε σίγουρα ο μηχανισμός του. Όμως έκλαιγαν εκ μέρους του τις επόμενες ημέρες, όλη η οικογένεια του παππού, που ξεκίνησε εκείνη την νύχτα για το μεγάλο ταξίδι. Κι ύστερα ..τικ…τακ…τικ… σταμάτησε κι εκείνο να χτυπά…
Όμως να, εκείνο το παιδί, ολόκληρος άντρας πια, το κοιτούσε με αγάπη. Και γυάλιζε το καντράν του κι έλεγε πως θα του πάρει καινούργιο λουράκι, καλύτερο, για να το έχει κάθε μέρα μαζί του. Κι ένιωσε ανακούφιση και ασφάλεια… Γιατί αυτά τα μάτια είχαν την ίδια λάμψη με εκείνα που το κράτησαν για πρώτη φορά…
*Φωτογραφία: Alex Boscarato μέσω Unsplash